Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

Το Σκατο V

Τσικ, Τσικ.Νοιωθω ενα απαλοδυνατο χτυπημα στη μαυρη κομη μου. "Εμπρος..." σιγοψιθυριζω. "Τι εμπρος και κουραφεξαλα μου τσαμπουνας;" ακουω μια φωνη απο πανω. Πανω; Που πανω; Τι πανω; Και βασικα ΠΟΙΟΣ ΠΑΝΩ ; Ανοιγω με δυναμη τα ματια μου και απλωνω το χερι προς το κεφαλι μου. "Επππππππ τι κανεις;" ακουω και νιωθω ενα κατι σαν ηλεκτρισμο να χτυπαει το χερακι μου. "Αν θες να δεις, να πας να κοιταχτεις." Ξαφνικα αρχιζω να θυμαμαι. Το Σκατο, η Αφροδιτη, η "Κριση" της διπλανης. Αλλα αυτο που ακουσα δεν μου εκανε και τοσο Αφροδιτη. Μηπως ειχαν στειλει την Πυθεια; (τσικ, τσικ) Γιατι με τετοιο χρησμο μονο αυτη μιλουσε. "Αντε παενε στον καθρεφτη να δεις την πρωτη αλλαγη, να τη χωνεψεις, γιατι εχουμε κι αλλη δουλεια εδω, αχρηστη κορασιδα." Αυτο που δεν μπορουσα να χωνεψω με τιποτα. ηταν η φωνη της Αφροδιτης. Μη να ητανε γλυκια, μη γλυκερη, μη σκοτεινη και ακαρδη; "Οχι απλα την εχω πατησει με ενα κρυολογημα, εδω και κατι μερες και ειμαι μπουκωμενη", την ακουσα να λεει. "Μπορεις να διαβαζεις τη σκεψη μου;" ρωτησα. " Μα και βεβαια! Τι θεα θα ημουν, αν δεν ειχα και κατι παραπανω απο αυτο το Σκατο που σου εστειλαν; Επισης μπορω να βλεπω και τα ονειρα σου, αν και να σου πω την αληθεια, τα δικα σου ειναι για να τα κανουν ταινια.(τσικ,τσικ). Υπερπαραγωγες, παιδακι μου, καποια στιγμη εψαχνα να βρω τα ποπ κορν για ν' αραξω και να τα δω. Αντε πηγαινε καθρεφτη τωρα, να μου πεις τη γνωμη σου. Οχι πως εχει και πλυ σημασια, αλλα πανω (Ολυμπος) εχουν περασει μετρα για δημοκρατικες διαδικασιες, τωρα τελευταια και δεν θελω να παρω κι αλλο προστιμο. Αλλα να μου πεις ειλικρινα, (τσικ) αν σου αρεσει αυτη η αλλαγη(τσικ)." Αν και ολο αυτο ακουγοταν να ειναι ειλικρινες, κατι μου ελεγε πως δεν θα επρεπε να της παω και πολυ κοντρα. Προχωραω προς τον καθρεφτη. Με μισοκλειστα ματια. Ειμαι μπροστα του. Αρχιζω σιγα σιγα να τα ανοιγω... και....! ΠΗΡΕ ΦΩΤΙΑ Η ΚΑΛΑΜΑΡΙΑ! (τσικ,τσικ) "Αφροδιτη! Τι ειναι αυτο; Πως μπορεσες να μου το κανεις; Αυτο εχει φυγει απο τη μοδα εδω και 20 χρονια! Μα που ζεις;" Μεσα σε ολο αυτο το χαος ενιωσα ενα τσοφλι να κανει γκελ στη μυτη μου και να πεφτει στο πατωμα. Να λοιπον τι ηταν αυτο το επιμονο τσικ τσικ που ακουγα τοση ωρα αλλα δεν ειχα εντοπισει απο που ερχοταν. Οχι τελικα δεν ηταν γραφομηχανη που περναγε τα πρακτικα αλλα η Αφροδιτη που με κινησεις δεξιοτεχνη παικτη του Τζενγκα, ετρωγε πασατεμπο. Και το εκανε χωρις να χαλασει ουτε χιλιοστο απο το τελειο κατακοκκινο κραγιον της. "Τσικ τσικ, δεν σου αρεσει; Τη μοδα τη φτιαχνουμε εμεις, τσικ τσικ, να δεις που θα κανεις θραυση... Τσικ τσικ." "Μα μοιαζω σαν να εχωσα το κεφαλι μου, σε ταντουρι τσικεν και μετα σε πιπερι καγιεν!" "Γιατι πριν που ηταν σαν να ειχες πεσει σε ταφο, μαυρο κι αραχνο και μετα σε μαυρη μπογια παλιων παπουτσιων, ηταν καλυτερα; Ανανεωση, μικρη μου, ανανεωση (τσικ, τσικ)". Με ορθανοιχτα ματια αρχιζω να με παρατηρω καλυτερα. Ομολογω πως το κατακοκκινο μαλλι που μου ειχε χαρισει η Αφρουλα, δεν ηταν και τοσο κακο, αν και ειχα ενα φοβο πως αν εβγαινα εξω με ηλιο, καποιος θα φωναζε την πυροσβεστικη. Ξαναομολογω, ομως, πως μου αρεσε. Και πως εκανε πολυ ομορφο κοντραστ με το σκατενιο γιακαδακι που ειχε εμφανιστει στο λαιμο μου. Και οπως παντα κοιμοταν... "Λοιπον, αλε αντε παμε να βγουμε να δουμε τι αλλες αλλαγες πρεπει να κανουμε για να ξαναγινεις ανθρωπος" (τσικ, τσικ) φωναξε η θεα πανω απ' το κεφαλι μου. "Τι, θα βγουμε εξω... Ετσι;;;; Κι αν σε δουν; Δεν φοβασαι να μην γινει σκανδαλο; Θα ερθουν τα καναλια, δημοσιογραφοι, ξερεις ποσο καιρο σε ψαχνουν; Ξερεις ποσες τηλεοπτικες ωρες εχουν ξοδευτει για χαρη σου , μετα την εξαφανιση σου;" Η Αφροδιτη (τσικ, τσικ, στοπ) εκλεισε τα ματια... Για μια στιγμη φανηκε να αναπολει παλιες καλες στιγμες, ερωτα, σεξ και παθους. Γλυκες αγκαλιες, σαγηνευτικα λογια που ξελογιαζουν και ενα γυρο μοσχαρισιο απο τον Μπαϊρακταρη. Αποτομα, ομως, συνηλθε, κουνησε το κεφαλι περα-δωθε, εσιαξε τα πολυχρωμα μαλλια της (ποτε δεν μπορουσε να αποφασισει τι χρωμα να τα κανει και τα εκανε ολα) και ειπε με βροντερη φωνη: Οχι, εγω δεν εξαφανιστηκα ποτε. Εκεινοι επελεξαν να μη με βλεπουν. Οχι δεν το εκανα εγω, κυριοι, εγω δεν εφυγα ποτεΣ! (μα σε ποιον απευθυνοταν;). Πριν προλαβω να διατυπωσω τη ερωτηση, μου απαντα. "Θα σου πω αλλη στιγμη! Κουτσομπολα! Και ναι, το σουβλακι του Μπαϊρακταρη μου εχει λειψει πολυ. Αλλα μου ειπαν πως εχει χαλασει την ποιοτητα του και πως πλεον δεν βαζει μεσα πολυ κοκκινοπιπερο, οποτε τι να το κανω; Τζαμπα κοπος και θερμιδες! Αναθεματισμενοι Αθηναιοι, καφροι της νεας εποχης, τιποτα δεν αφηνετε ορθιο πια! ΠΑΜΕ! Φοραω τον αορατο μανδυα και αν δεν φυσηξει πολυ και μεινει στη θεση του, ο ατιμος, δεν θα με δει κανεις. Αν φυσηξει, ετοιμασου να πεταξουμε μια στον Ολυμπο, μερχρι να καταλαγιασουν τα πραγματα. Οκ;" "Οοοο....Κκκκ...." ειπα σιγανα και φορεσα το μπουφαν μου. Το Σκατο ακομα κοιμοταν στο σβερκο μου και που και που εδιωχνε απο το προσωπο του τις κατακοκκινες τουφες του μαλλιου μου που το ενοχλουσαν. Τις μαζεψα απο πανω του, σχεδον με τρυφεροτητα. Ηταν καλο Σκατο, τελικα. "ΤΕΛΕΙΩΝΕ, ΛΕΜΕ!" ουρλιαξε πλεον η Αφροτιτη και με εσυρε στην πορτα. Φορεσα το μπουφαν μου. Κοιταξα το σπιτι. Ολα δεν ηταν στη θεση τους. Μακαρι να μην φυσουσε αερας, δεν ειχα διαθεση να τρεχω στον Ολυμπο, χωρια που ειχα και την συνεντευξη τυπου. Καπου βαθια σε καποιο δωματιακι, καποιου διαδρομου του μυαλου μου, ειπα "γαμω την τυχη μου" ελπιζοντας να μην ανοιξει τη συγκεκριμμενη πορτα η Αφροδιτη και το ακουσει. "Α! Ξεχασα να σου πω..." "Εκεινο το ονειρο με τον Ομπαμα που ειδες, ηταν πολυ καλο. Μηπως να το κανεις σεναριο;" Ουτε στα ονειρα σου, σκεφτηκα αφοβα αυτη τη φορα, κι ενιωσα ενα τακουνακι να κοπαναει, ala φλαμενγκο, στη δεξια κορφη του κεφαλιου μου. Εστρωσα το μπουφαν μου και εκλεισα την πορτα. Οπως κατεβαινα τα σκαλια μου ηρθε αυτο που παντα μου τραγουδουσε η μητερα μου, οταν με νανουριζε: Taaaaaaaakeeeeee meeee to the magic of the moment on a gloooooooory night......